Σκαπτή ύλη - Αρχαία μεταλλευτική δραστηριότητα στην περιοχή των Φιλίππων
download (pdf, 7.107 KB)
Σκαπτή ύλη - Αρχαίο μεταλλείο χρυσού στη Παλαιά Καβάλα
download (pdf, 24.272 KB)
Μεταλλεία γύρω από τους Φιλίππους και η εκμετάλλευσή τους κατά τους αρχαίους χρόνους. (Μελέτη στα Αγγλικά / in English )
download (pdf, 22.446 KB)
Αρχαία μεταλλεία χρυσού στη Παλαιά Καβάλα (Μελέτη στα Γερμανικά / in Germany)
download (pdf, 18.237 KB)
p>
Η Παλαιά Καβάλα είναι ένας τόπος ευνοημένος από την φύση, όχι μόνο για της φυσικές ομορφιές της περιοχής, αλλά κυρίως για τις αστείρευτες πηγές της και για τον πλούσιο ορυκτό πλούτο που έκρυβε το υπέδαφος της. Οι δύο τελευταίοι παράγοντες είναι και οι βασικότερες αιτίες της μακρόχρονης ιστορίας της. Η ιστορία της Παλιάς Καβάλας είναι απόλυτα συνδεδεμένη με αυτή της ευρύτερης περιοχής των αρχαίων Φιλίππων και κυρίως της Νεάπολης - Χριστούπολης - Καβάλας.
Οι πρώτοι που αποίκησαν τη περιοχή κατά τους αρχαίους χρόνους, ήταν οι κάτοικοι της αρχαίας Ερέτριας. Οι Ερετριείς κατάγονταν από τη Θρακική Άβα, έτσι οι αρχαίοι Άβαντες ξαναγύρισαν σε γνωστή για αυτούς γη. Κατά την αρχαιότητα, η περιοχή φέρει το όνομα Σκάβαλα και ήταν μια από της σημαντικότερες πόλεις της Ηδωνίδας, της πλούσιας επαρχίας του Παγγαίου. Τα Σκάβαλα αναφέρονται από τον Στέφανο Βυζάντιο στο βιβλίο του "Εθνικά". Συγκεκριμένα, ο ιστορικός αναφέρει: "Σκάβαλα, χώρα Ερετριέων. Θεόπομπος εικοστώ τετάρτω Φιλιππικών. το εθνικόν Σκαβαλαίος". Τα Σκάβαλα είνα καταγεγραμμένα επίσης, ως αρχαία πολίχνη σε πίνακα των συμμαχικών πόλεων των Αθηνών, κατά το 470 π.Χ. Τα αρχαία Σκάβαλα πήραν το όνομα τους από τα σκάμματα, δηλαδή από τα μεταλλεία χρυσού, σιδήρου και αργύρου που υπήρχαν εκεί. Πολλά από αυτά τα μεταλλεία σώζονται έως σήμερα, όπως και επιφανειακά σκάμματα με υπολείμματα μεταλλευμάτων. Υπάρχουν επίσης σοβαρές ενδείξεις ότι εδώ βρισκόταν η Σκαπτή Ύλη, καθώς η ακριβής θέση των μεταλλείων της Σκαπτής Ύλης τοποθετείται στην περιοχή βόρεια της πόλης της Καβάλας και νότια της οροσειράς Λεκάνη (βλεπ. ενότητα Σκαπτή ύλη).
Σύμφωνα δε με τον Καβαλιώτη ιστορικό Κώστα Ορφανίδη, είναι πολύ πιθανό να βρισκόταν εδώ τα γνωστά ορυχεία του Θουκυδίδη. Επίσης σύμφωνα με άλλους ιστορικούς, ένας από τους λόγους που χτίστηκε το αρχαίο Ακόντισμα, ήταν και η φύλαξη των μεταλλείων που υπήρχαν στα Σκάβαλα. Αυτό ίσως να συνδέεται ιστορικά, με την ύπαρξη ενός αρχαίου-Θρακικού τείχους που υπάρχει κοντά στο σημερινό χωριό. Παρατηρώντας κανείς αυτό το τείχος από αεροφωτογραφία, εύκολα διαπιστώνει ότι έχει πολυγωνικό σχήμα, με συμμετρικές διαστάσεις των πλευρών. Κοντά στο τείχος αυτό σώζονται έως σήμερα τα ερείπια δύο οικισμών, αλλά κι ένα ρωμαικό νεκροταφείο. Τα παραπάνω προδίδουν την εκμετάλλευση των μεταλλείων αυτών από τους Θρακικούς έως τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Συγκεκριμένα, από τους Θράκες, τους Θάσιους, τους Αθηναίους, τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους.
Το 356 π.Χ. ο Φίλιππος ο Β΄ καταλαμβάνει την περιοχή και έτσι τα Σκάβαλα ανήκουν πλέον στη Μακεδονία. Τόσο ο βασιλιάς Φίλιππος, όσο και γιος του Αλέξανδρος, εκμεταλλεύτηκαν τα μεταλλεία των Σκαβάλων. Ακολουθεί μια περίοδος παρακμής , καθώς με την πάροδο των χρόνων τα μεταλλεία της περιοχής ‘’στερεύουν’’. Στη συνέχεια τα Σκάβαλα καταστρέφονται ολοκληρωτικά από τις επιδρομές των βαρβάρων και οι κάτοικοι τους καταφεύγουν στη γειτονική Χριστούπολη (σημερινή Καβάλα).
Γύρω στο 1391, τα Παλαιά Σκάβαλα κατοικούνται και πάλι από Καβαλιώτες που βρίσκουν εκεί καταφύγιο, μετά την καταστροφή της πόλης τους (Χριστούπολις), από το Τουρκικό στρατό. Σύντομα όμως το χωριό θα κατοικηθεί από Τούρκους, οι οποίοι μάλιστα θα αλλάξουν το όνομα του σε Eski Kavala (eski σημαίνει παλιό).
Από την Παλιά Καβάλα υδροδοτήθηκε κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας η πόλη της Καβάλας, οι πηγές της άλλωστε αξιοποιήθηκαν και στους Βυζαντινούς χρόνους. Πρόκειται για ένα τεχνικό επίτευγμα της εποχής από τον Ιμπραήμ πασά (1523-1536), όπου μέσα από δεξαμενές, λιθόχτιστα αυλάκια και περίτεχνες γέφυρες έφτανε το νερό έως το υδραγωγείο της Καβάλας, τις γνωστές καμάρες.
Τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο πληθυσμός της Παλιάς Καβάλας ήταν μικτός. Το 1528 οι Έλληνες του χωριού έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στη Καβάλα όταν αυτή ξαναχτίστηκε. Φιλοξενήθηκαν στην αρχή στο Ιμαρέτ, μαζί με 500 Εβραίους που έφερε ο Ιμπραήμ από την Ουγγαρία και μαζί με αυτούς αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της πόλης.
Η Παλιά Καβάλα ήταν ένα πυκνοκατοικημένο χωριό, σύμφωνα με απογραφή του Μουχτάρη, ο πληθυσμός του χωριού γύρω στο 1916 ήταν 706 κάτοικοι. Σύμφωνά επίσης με αναφορές, ήταν το διοικητικό κέντρο του ορεινού τμήματος του νομού. Στο χωριό έδρευε ο Τούρκος έπαρχος της περιοχής, το κτίσμα δε που στεγαζόταν το Διοικητήριο σώζεται έως σήμερα.
Μετά την έλευση των Ελλήνων, το χωριό ονομάστηκε Παλιά Καβάλα και αυτή την ονομασία διατηρεί έως σήμερα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια παράφραση του Τούρκικου ονόματος, που αυτό με την σειρά του ήταν μια ‘’μετάφραση’’ του αρχαίου ονόματος ( Αρχαία Σκάβαλα -Eski Kavala – Παλιά Καβάλα).
Οι πρόσφυγες μπορεί να άφησαν πίσω τις
περιουσίες και το βιός τους, έφεραν όμως τα ιερά σκεύη και τις άγιες
εικόνες από τις εκκλησιές τους. Μια από αυτές είναι και η εικόνα της
Παναγίας της Οδηγήτριας, απ’ όπου πήρε το όνομα της και η εκκλησία του
χωριού. Παραμονή δεκαπενταύγουστου που πανηγυρίζει ο ναός, πλήθος
πιστών συρρέει στο χωριό για να εκκλησιασθεί και να παρακολουθήσει τη
λιτάνευση της ιερής εικόνας. Ακολουθεί λαϊκή πανήγυρη, ένα έθιμο που
έχει τις ρίζες του στο Γάνο της ανατολικής Θράκης.